Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομότυπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που από τυπική άποψη, ίσως όμως όχι και στην ουσία του, είναι σύμφωνος με το νόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομότυπος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομότυποςνομότυπηνομότυπο
Γενικήνομότυπουνομότυπηςνομότυπου
Αιτιατικήνομότυπονομότυπηνομότυπο
Κλητικήνομότυπενομότυπηνομότυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομότυποινομότυπεςνομότυπα
Γενικήνομότυπωννομότυπωννομότυπων
Αιτιατικήνομότυπουςνομότυπεςνομότυπα
Κλητικήνομότυποινομότυπεςνομότυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →