νοούμενο
•
- λόγιοκάτι που νοείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοούμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου νοούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος νοώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοούμενο | νοούμενα |
| Γενική | νοουμένου / νοούμενου | νοουμένων / νοούμενων |
| Αιτιατική | νοούμενο | νοούμενα |
| Κλητική | νοούμενο | νοούμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →