νοσηλεία
•
- η συστηματική παροχή ιατρικής φροντίδας σε άρρωστο, κυρίως από εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό Βικιλεξικό
- νοσηλεία κατ' οίκον
- μονάδα ημερήσιας/βραχείας νοσηλείας: τμήμα ενός νοσοκομείου που παρέχει νοσηλεία, συχνά μετά από σύντομες χειρουργικές επεμβάσεις, σε ασθενείς που δεν χρειάζεται να νοσηλευτούν σε αυτό για διάστημα μεγαλύτερο μερικών ωρών
- Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, Καθημερινή, 22/08/2023 https://www.kathimerini.gr/society/562575994/koronoios-esosan-zoes-ta-antiiika-farmaka/)
Ετυμολογία
νοσηλεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νοσηλεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσηλεία | νοσηλείες |
| Γενική | νοσηλείας | νοσηλειών |
| Αιτιατική | νοσηλεία | νοσηλείες |
| Κλητική | νοσηλεία | νοσηλείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →