νοσηλεύομαι
•
- λαμβάνω ως άρρωστος συστηματική ιατρική φροντίδα, κυρίως από εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό Βικιλεξικό
- ειδικότεραπαραμένω ως εσωτερικός ασθενής σε νοσοκομείο ή άλλο νοσηλευτήριο Βικιλεξικό
- ο ασθενής μετά την επέμβαση νοσηλεύτηκε για πέντες ημέρες στη χειρουργική κλινική του νοσοκομείου μας
Ετυμολογία
νοσηλεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος νοσηλεύω
Άλλοι τύποι
νοσηλευμένοςνοσηλευτώνοσηλευόμουννοσηλεύτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →