νοσηρός
•
- που προκαλεί αρρώστια, επιβλαβής Βικιλεξικό
- Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. (Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 17 έως 26 Ιουνίου 2016)
- μεταφορικάυπερβολικός, αφύσικος Βικιλεξικό
- νοσηρή αγάπη
Ετυμολογία
νοσηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νοσηρός < νόσ(ος) + -ηρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσηρός | νοσηρή | νοσηρό |
| Γενική | νοσηρού | νοσηρής | νοσηρού |
| Αιτιατική | νοσηρό | νοσηρή | νοσηρό |
| Κλητική | νοσηρέ | νοσηρή | νοσηρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσηροί | νοσηρές | νοσηρά |
| Γενική | νοσηρών | νοσηρών | νοσηρών |
| Αιτιατική | νοσηρούς | νοσηρές | νοσηρά |
| Κλητική | νοσηροί | νοσηρές | νοσηρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →