νοσοκομείο
•
- δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα που ασχολείται με την περίθαλψη και θεραπεία των ασθενών Βικιλεξικό
- εφημερεύον νοσοκομείο
- Στο νοσοκομείο οδηγήθηκε ένας 16χρονος στην Ιεράπετρα, έπειτα από έκρηξη κροτίδας στα χέρια του το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, σε περιστατικό που αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους από τη χρήση βεγγαλικών. (Ιεράπετρα: 16χρονος τραυματίστηκε από κροτίδα - Συνελήφθη η μητέρα του, neakriti.gr, 12/04/2026 https://www.neakriti.gr/kriti/lasithi/2172601_ierapetra-16hronos-traymatistike-apo-krotida-synelifthi-i-mitera-toy)
Ετυμολογία
νοσοκομείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νοσοκομεῖον < νοσοκόμος < αρχαία ελληνική νόσος + κομέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσοκομείο | νοσοκομεία |
| Γενική | νοσοκομείου | νοσοκομείων |
| Αιτιατική | νοσοκομείο | νοσοκομεία |
| Κλητική | νοσοκομείο | νοσοκομεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →