Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοσοκομειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το νοσοκομείο, αναφέρεται σ’ αυτό ή ανήκει σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένονοσοκομειακό: ασθενοφόρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοσοκομειακός < νοσοκομείο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοσοκομειακόςνοσοκομειακήνοσοκομειακό
Γενικήνοσοκομειακούνοσοκομειακήςνοσοκομειακού
Αιτιατικήνοσοκομειακόνοσοκομειακήνοσοκομειακό
Κλητικήνοσοκομειακένοσοκομειακήνοσοκομειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοσοκομειακοίνοσοκομειακέςνοσοκομειακά
Γενικήνοσοκομειακώννοσοκομειακώννοσοκομειακών
Αιτιατικήνοσοκομειακούςνοσοκομειακέςνοσοκομειακά
Κλητικήνοσοκομειακοίνοσοκομειακέςνοσοκομειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →