νοσοκομειακός
•
- που έχει σχέση με το νοσοκομείο, αναφέρεται σ’ αυτό ή ανήκει σ’ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένονοσοκομειακό: ασθενοφόρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοσοκομειακός < νοσοκομείο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσοκομειακός | νοσοκομειακή | νοσοκομειακό |
| Γενική | νοσοκομειακού | νοσοκομειακής | νοσοκομειακού |
| Αιτιατική | νοσοκομειακό | νοσοκομειακή | νοσοκομειακό |
| Κλητική | νοσοκομειακέ | νοσοκομειακή | νοσοκομειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσοκομειακοί | νοσοκομειακές | νοσοκομειακά |
| Γενική | νοσοκομειακών | νοσοκομειακών | νοσοκομειακών |
| Αιτιατική | νοσοκομειακούς | νοσοκομειακές | νοσοκομειακά |
| Κλητική | νοσοκομειακοί | νοσοκομειακές | νοσοκομειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →