νοσοκόμα
•
- ιατρικήθηλυκό του νοσοκόμος Βικιλεξικό
- μια νεαρή νοσοκόμα, σταμάτησε μπροστά μας, έδειχνε μαγεμένη, σήκωσε τον Κάρολο στην αγκαλιά, «Καλέ τι όμορφο παιδί, φτου σου, σιδερένιος!». (Σπύρος Τσακνιάς, Επί τα ίχνη: κριτικά κείμενα 1985-1988, εκδ. Σοκόλη, 1990, σελ. 138)
Ετυμολογία
νοσοκόμα < νοσοκόμος + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσοκόμα | νοσοκόμες |
| Γενική | νοσοκόμας | — |
| Αιτιατική | νοσοκόμα | νοσοκόμες |
| Κλητική | νοσοκόμα | νοσοκόμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →