νοσταλγώ
•
- νιώθω νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοσταλγώ < νοσταλγία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νοσταλγώ | νοσταλγείς | νοσταλγεί | νοσταλγούμε | νοσταλγείτε | νοσταλγούν / νοσταλγούνε |
| Παρατατικός | νοσταλγούσα | νοσταλγούσες | νοσταλγούσε | νοσταλγούσαμε | νοσταλγούσατε | νοσταλγούσαν / νοσταλγούσανε |
| Αόριστος | νοστάλγησα | νοστάλγησες | νοστάλγησε | νοσταλγήσαμε | νοσταλγήσατε | νοστάλγησαν / νοσταλγήσαν / νοσταλγήσανε |
| Μέλλοντας | θα νοσταλγήσω / θα νοσταλγώ | θα νοσταλγήσεις / θα νοσταλγείς | θα νοσταλγήσει / θα νοσταλγεί | θα νοσταλγήσουμε / θα νοσταλγούμε | θα νοσταλγήσετε / θα νοσταλγείτε | θα νοσταλγήσουν / θα νοσταλγήσουνε / θα νοσταλγούν / θα νοσταλγούνε |
| Παρακείμενος | έχω νοσταλγήσει | έχεις νοσταλγήσει | έχει νοσταλγήσει | έχουμε νοσταλγήσει | έχετε νοσταλγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νοσταλγήσει | είχες νοσταλγήσει | είχε νοσταλγήσει | είχαμε νοσταλγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νοσταλγήσει / να νοσταλγήσω / να νοσταλγώ | να έχεις νοσταλγήσει / να νοσταλγήσεις / να νοσταλγείς | να έχει νοσταλγήσει / να νοσταλγήσει / να νοσταλγεί | να έχουμε νοσταλγήσει / να νοσταλγήσουμε / να νοσταλγούμε | να έχετε νοσταλγήσει / να νοσταλγήσετε / να νοσταλγείτε | να νοσταλγήσουν / να νοσταλγήσουνε / να νοσταλγούν / να νοσταλγούνε |
| Προστακτική | — | νοστάλγει / νοστάλγησε | — | — | νοσταλγήστε / νοσταλγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →