νοστιμίζω
•
- μεταβατικόδίνω καλή γεύση, κάνω νόστιμο Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι νόστιμος Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω χάρη, κομψότητα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκτώ χάρη, κομψότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοστιμίζω < μεσαιωνική ελληνική νοστιμίζω < αρχαία ελληνική νόστιμος < νόστος < νέομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nes-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νοστιμίζω | νοστιμίζεις | νοστιμίζει | νοστιμίζουμε | νοστιμίζετε | νοστιμίζουν / νοστιμίζουνε |
| Παρατατικός | νοστίμιζα | νοστίμιζες | νοστίμιζε | νοστιμίζαμε | νοστιμίζατε | νοστίμιζαν / νοστιμίζαν / νοστιμίζανε |
| Αόριστος | νοστίμισα | νοστίμισες | νοστίμισε | νοστιμίσαμε | νοστιμίσατε | νοστίμισαν / νοστιμίσαν / νοστιμίσανε |
| Μέλλοντας | θα νοστιμίζω / θα νοστιμίσω | θα νοστιμίζεις / θα νοστιμίσεις | θα νοστιμίζει / θα νοστιμίσει | θα νοστιμίζουμε / θα νοστιμίσουμε | θα νοστιμίζετε / θα νοστιμίσετε | θα νοστιμίζουν / θα νοστιμίζουνε / θα νοστιμίσουν / θα νοστιμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νοστιμίσει | έχεις νοστιμίσει | έχει νοστιμίσει | έχουμε νοστιμίσει | έχετε νοστιμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νοστιμίσει | είχες νοστιμίσει | είχε νοστιμίσει | είχαμε νοστιμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νοστιμίσει / να νοστιμίζω / να νοστιμίσω | να έχεις νοστιμίσει / να νοστιμίζεις / να νοστιμίσεις | να έχει νοστιμίσει / να νοστιμίζει / να νοστιμίσει | να έχουμε νοστιμίσει / να νοστιμίζουμε / να νοστιμίσουμε | να έχετε νοστιμίσει / να νοστιμίζετε / να νοστιμίσετε | να νοστιμίζουν / να νοστιμίζουνε / να νοστιμίσουν / να νοστιμίσουνε |
| Προστακτική | — | νοστίμιζε / νοστίμισε | — | — | νοστιμίζετε / νοστιμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →