νοστιμιά
•
- η ιδιότητα του νόστιμου, ευχάριστη γεύση Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφαγητό που είναι νόστιμο Βικιλεξικό
- Ο μπουφές ήταν γεμάτος νοστιμιές που κινούνταν στο όριο του αχρείαστου, όπως τα τρία είδη γουακαμόλε, τα σάντουιτς από δύο διαφορετικούς τύπους ντόπιου χειροποίητου ψωμιού και τα αναρίθμητα λουκάνικα. (Άρης Αλεξανδρής, Τρία επί ψυχής, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
- μεταφορικάη κομψότητα, το καλό γούστο, η χάρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοστιμιά < νόστιμος + -ιά < αρχαία ελληνική νόστιμος < νόστος < νέομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοστιμιά | νοστιμιές |
| Γενική | νοστιμιάς | νοστιμιών |
| Αιτιατική | νοστιμιά | νοστιμιές |
| Κλητική | νοστιμιά | νοστιμιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →