Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοστιμιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του νόστιμου, ευχάριστη γεύση Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηφαγητό που είναι νόστιμο Βικιλεξικό
    • Ο μπουφές ήταν γεμάτος νοστιμιές που κινούνταν στο όριο του αχρείαστου, όπως τα τρία είδη γουακαμόλε, τα σάντουιτς από δύο διαφορετικούς τύπους ντόπιου χειροποίητου ψωμιού και τα αναρίθμητα λουκάνικα. (Άρης Αλεξανδρής, Τρία επί ψυχής, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
  3. μεταφορικάη κομψότητα, το καλό γούστο, η χάρη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοστιμιά < νόστιμος + -ιά < αρχαία ελληνική νόστιμος < νόστος < νέομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνοστιμιάνοστιμιές
Γενικήνοστιμιάςνοστιμιών
Αιτιατικήνοστιμιάνοστιμιές
Κλητικήνοστιμιάνοστιμιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →