νοτάρι
•
- ναυτικός όρος: ναυτικό θέσπισμα (έγγραφο) ναυτικού εθιμικού δικαίου που κανόνιζε θέματα κυρίως σε αβαρία, επί τουρκοκρατίας και λίγο μετά την ανεξαρτησία Βικιλεξικό
- νοταρικές πράξεις Παξών ή νοτάρια Παξών
Ετυμολογία
νοτάρι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοτάρι | νοτάρια |
| Γενική | νοταριού | νοταριών |
| Αιτιατική | νοτάρι | νοτάρια |
| Κλητική | νοτάρι | νοτάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →