νοτάριος
•
- συμβολαιογράφος στα χρόνια της φραγκοκρατίας και τουρκοκρατίας Βικιλεξικό
- ταχυγράφος ή συντομογράφος στο Βυζάντιο, που αντιστοιχούσε στο σημερινό στενογράφο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοτάριος < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →