νοτιά
•
- ※ ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, 1959, 10. Της αγάπης αίματα Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοτιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νοτία (υγρός καιρός), ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου νότιος < νότος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοτιά | νοτιές |
| Γενική | νοτιάς | νοτιών |
| Αιτιατική | νοτιά | νοτιές |
| Κλητική | νοτιά | νοτιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →