νοτιοανατολικός
•
- για τόποπου βρίσκεται στο σημείο ορίζοντα μεταξύ νότου και ανατολής Βικιλεξικό
- συντομογραφία: ΝΑ
- για κτίριοπου είναι στραμμένο προς αυτό το σημείο Βικιλεξικό
- που προέρχεται ή κατευθύνεται προς αυτό το σημείο Βικιλεξικό
- νοτιοανατολικός άνεμος
Ετυμολογία
νοτιοανατολικός < νοτιο- + ανατολικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική southeast ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sud-est)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοτιοανατολικός | νοτιοανατολική | νοτιοανατολικό |
| Γενική | νοτιοανατολικού | νοτιοανατολικής | νοτιοανατολικού |
| Αιτιατική | νοτιοανατολικό | νοτιοανατολική | νοτιοανατολικό |
| Κλητική | νοτιοανατολικέ | νοτιοανατολική | νοτιοανατολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοτιοανατολικοί | νοτιοανατολικές | νοτιοανατολικά |
| Γενική | νοτιοανατολικών | νοτιοανατολικών | νοτιοανατολικών |
| Αιτιατική | νοτιοανατολικούς | νοτιοανατολικές | νοτιοανατολικά |
| Κλητική | νοτιοανατολικοί | νοτιοανατολικές | νοτιοανατολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →