Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοτιοατλαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον Νότιο Ατλαντικό (έκταση, χώρες, σύμφωνα, ακτές, λιμένες, κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοτιοατλαντικός < νότιος + Ατλαντικός (ωκεανός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοτιοατλαντικόςνοτιοατλαντικήνοτιοατλαντικό
Γενικήνοτιοατλαντικούνοτιοατλαντικήςνοτιοατλαντικού
Αιτιατικήνοτιοατλαντικόνοτιοατλαντικήνοτιοατλαντικό
Κλητικήνοτιοατλαντικένοτιοατλαντικήνοτιοατλαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοτιοατλαντικοίνοτιοατλαντικέςνοτιοατλαντικά
Γενικήνοτιοατλαντικώννοτιοατλαντικώννοτιοατλαντικών
Αιτιατικήνοτιοατλαντικούςνοτιοατλαντικέςνοτιοατλαντικά
Κλητικήνοτιοατλαντικοίνοτιοατλαντικέςνοτιοατλαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →