νοτιοατλαντικός
•
- ο σχετικός με τον Νότιο Ατλαντικό (έκταση, χώρες, σύμφωνα, ακτές, λιμένες, κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοτιοατλαντικός < νότιος + Ατλαντικός (ωκεανός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοτιοατλαντικός | νοτιοατλαντική | νοτιοατλαντικό |
| Γενική | νοτιοατλαντικού | νοτιοατλαντικής | νοτιοατλαντικού |
| Αιτιατική | νοτιοατλαντικό | νοτιοατλαντική | νοτιοατλαντικό |
| Κλητική | νοτιοατλαντικέ | νοτιοατλαντική | νοτιοατλαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοτιοατλαντικοί | νοτιοατλαντικές | νοτιοατλαντικά |
| Γενική | νοτιοατλαντικών | νοτιοατλαντικών | νοτιοατλαντικών |
| Αιτιατική | νοτιοατλαντικούς | νοτιοατλαντικές | νοτιοατλαντικά |
| Κλητική | νοτιοατλαντικοί | νοτιοατλαντικές | νοτιοατλαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →