Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοτιοειρηνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με το Νότιο Ειρηνικό ωκεανό (έκταση, χώρες, νησιά, λιμένες, αεροδρόμια κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοτιοειρηνικός < νοτιο- + Ειρηνικός (ωκεανός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοτιοειρηνικόςνοτιοειρηνικήνοτιοειρηνικό
Γενικήνοτιοειρηνικούνοτιοειρηνικήςνοτιοειρηνικού
Αιτιατικήνοτιοειρηνικόνοτιοειρηνικήνοτιοειρηνικό
Κλητικήνοτιοειρηνικένοτιοειρηνικήνοτιοειρηνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοτιοειρηνικοίνοτιοειρηνικέςνοτιοειρηνικά
Γενικήνοτιοειρηνικώννοτιοειρηνικώννοτιοειρηνικών
Αιτιατικήνοτιοειρηνικούςνοτιοειρηνικέςνοτιοειρηνικά
Κλητικήνοτιοειρηνικοίνοτιοειρηνικέςνοτιοειρηνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →