Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοτιοευρωπαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με χώρες και λαούς της Νότιας Ευρώπης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοτιοευρωπαϊκός < νότια + Ευρώπη + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοτιοευρωπαϊκόςνοτιοευρωπαϊκήνοτιοευρωπαϊκό
Γενικήνοτιοευρωπαϊκούνοτιοευρωπαϊκήςνοτιοευρωπαϊκού
Αιτιατικήνοτιοευρωπαϊκόνοτιοευρωπαϊκήνοτιοευρωπαϊκό
Κλητικήνοτιοευρωπαϊκένοτιοευρωπαϊκήνοτιοευρωπαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοτιοευρωπαϊκοίνοτιοευρωπαϊκέςνοτιοευρωπαϊκά
Γενικήνοτιοευρωπαϊκώννοτιοευρωπαϊκώννοτιοευρωπαϊκών
Αιτιατικήνοτιοευρωπαϊκούςνοτιοευρωπαϊκέςνοτιοευρωπαϊκά
Κλητικήνοτιοευρωπαϊκοίνοτιοευρωπαϊκέςνοτιοευρωπαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →