νουβέλα
•
- λογοτεχνίαπεζό αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο με έκταση μεγαλύτερη από το διήγημα και μικρότερη από το μυθιστόρημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νουβέλα < γαλλική nouvelle + κατάληξη θηλυκού -α < μέση γαλλική nouvelle < παλαιά γαλλική novele < δημώδης λατινική *novella < λατινική novellus < novus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νουβέλα | νουβέλες |
| Γενική | νουβέλας | — |
| Αιτιατική | νουβέλα | νουβέλες |
| Κλητική | νουβέλα | νουβέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →