Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νουθέτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νουθετώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νουθέτηση < αρχαία ελληνική νουθέτησις < νουθετέω < νόος / νοῦς + τίθημι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνουθέτησηνουθετήσεις
Γενικήνουθέτησηςνουθετήσεων
Αιτιατικήνουθέτησηνουθετήσεις
Κλητικήνουθέτησηνουθετήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →