Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νουμπάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςνέος χρήστης του online gaming ή που μοιάζει νέος λόγω των μη επαρκών γνώσεών του Βικιλεξικό
    • Όποιος νουμπάς δεν τα καταφέρνει στο κυνήγι καλύτερα να πάει πίσω στην πόλη να ζητιανεύει, πιο καλά είναι. (Γιώργος Σαουλίδης, Εξ Ουρανού, Mythography Studios, 2020 https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%CE%BE_%CE%9F%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D/wE3SDwAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%82&pg=PT8&printsec=frontcover)
    • σε αδυναμία επικοινωνίας με τα παιδιά ή τα εγγόνια τους. Εκείνα πάλι μπορεί να γελάνε με τους «νουμπάδες» και την αδεξιότητά τους ή να βαριούνται όταν ο καθηγητής τους «λαγκάρει» (στους μήνες της τηλεκπαίδευσης συνέβη συχνά να «κολλάει» η οθόνη). (Η γλώσσα των video games, Η Καθημερινή Κύπρου, 03/06/2022 https://www.kathimerini.com.cy/gr/geek/geek-nea/i-glwssa-ton-video-games)

Ετυμολογία

νουμπάς < αγγλική noob / n00b < newbie

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνουμπάςνουμπάδες
Γενικήνουμπάνουμπάδων
Αιτιατικήνουμπάνουμπάδες
Κλητικήνουμπάνουμπάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →