νούλα
•
- το μηδενικό, το τίποτε Βικιλεξικό
- σκάκιη ισοπαλία Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαμένος κόπος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος που δεν αξίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νούλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική nulla (τίποτε) < λατινική nulla, θηλυκό του nullus (κανείς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νούλα | νούλες |
| Γενική | νούλας | — |
| Αιτιατική | νούλα | νούλες |
| Κλητική | νούλα | νούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →