νούμερο
•
- αριθμός Βικιλεξικό
- μου έδωσε λάθος νούμερο τηλεφώνου και τώρα δεν τον βρίσκω
- μόλις που πρόλαβα να πάρω το νούμερο του αυτοκινήτου που με τράκαρε
- για αντικείμενασυγκεκριμένος αριθμός που χαρακτηρίζει το μέγεθος σύμφωνα με τα αντίστοιχα πρότυπα Βικιλεξικό
- δεν μπορεί να βρει παπούτσια στο νούμερό της γιατί είναι μικρό και υπάρχουν μόνο παιδικά
- κάθε ξεχωριστή σκηνή ή παράσταση ή αυτοτελές θέαμα σε επιθεώρηση ή άλλου είδους χώρο διασκέδασης που παρουσιάζει ζωντανά θεάματα Βικιλεξικό
- Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)
- (συνεκδοχικά, περιληπτικό) το σύνολο των ηθοποιών που χρησιμοποιούνται στην αντίστοιχη παράσταση
- (κατ’ επέκταση, μεταφορικά) γελοίος ή κωμικός, πλακατζής
Ετυμολογία
νούμερο < : είτε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νούμερον < ιταλική numero < λατινική numerus : είτε < (άμεσο δάνειο) ιταλική numero < λατινική numerus. Δείτε και το ελληνιστικό νούμερος (στρατιωτικό σώμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νούμερο | νούμερα |
| Γενική | νούμερου | νούμερων |
| Αιτιατική | νούμερο | νούμερα |
| Κλητική | νούμερο | νούμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →