Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νούμερο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αριθμός Βικιλεξικό
    • μου έδωσε λάθος νούμερο τηλεφώνου και τώρα δεν τον βρίσκω
    • μόλις που πρόλαβα να πάρω το νούμερο του αυτοκινήτου που με τράκαρε
  2. για αντικείμενασυγκεκριμένος αριθμός που χαρακτηρίζει το μέγεθος σύμφωνα με τα αντίστοιχα πρότυπα Βικιλεξικό
    • δεν μπορεί να βρει παπούτσια στο νούμερό της γιατί είναι μικρό και υπάρχουν μόνο παιδικά
  3. κάθε ξεχωριστή σκηνή ή παράσταση ή αυτοτελές θέαμα σε επιθεώρηση ή άλλου είδους χώρο διασκέδασης που παρουσιάζει ζωντανά θεάματα Βικιλεξικό
    • Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)
    • (συνεκδοχικά, περιληπτικό) το σύνολο των ηθοποιών που χρησιμοποιούνται στην αντίστοιχη παράσταση
    • (κατ’ επέκταση, μεταφορικά) γελοίος ή κωμικός, πλακατζής

Ετυμολογία

νούμερο < : είτε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νούμερον < ιταλική numero < λατινική numerus : είτε < (άμεσο δάνειο) ιταλική numero < λατινική numerus. Δείτε και το ελληνιστικό νούμερος (στρατιωτικό σώμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνούμερονούμερα
Γενικήνούμερουνούμερων
Αιτιατικήνούμερονούμερα
Κλητικήνούμερονούμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →