νούφαρο
•
- βοτανικήυδρόβιο ποώδες φυτό (λατινικό όνομα Nymphaea alba) με μεγάλα ωοειδή ή καρδιοειδή φύλλα που επιπλέουν στα νερά, και ακτινωτά άσπρα ή κίτρινα άνθη με πολλά πέταλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νούφαρο < μεσαιωνική ελληνική νούφαρο < νενούφαρο < αραβική نينوفر (nenūfar)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νούφαρο | νούφαρα |
| Γενική | νούφαρου | νούφαρων |
| Αιτιατική | νούφαρο | νούφαρα |
| Κλητική | νούφαρο | νούφαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →