Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντάλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μέση, το αποκορύφωμα ζεστής μέρας ή περιόδου Βικιλεξικό
    • δουλειά δεν είχε και δουλειά πήγε και μας σκάρωσε μες στη ντάλα του καλοκαιριού (Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει)

Ετυμολογία

ντάλα < (άμεσο δάνειο) τουρκική dal (σκέτο, γυμνό) + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ντάλα

επίρρημα
•
  1. ακριβώς, στη μέση, στη φράση: Βικιλεξικό
    • ντάλα μεσημέρι: μες στο μεσημέρι
    • Τις μέρες που δεν είχα στούντιο, δεν είχα καθισιό, έβγαινα και περπατούσα το βραδάκι στην Αθήνα, που ήταν μισοάδεια ντάλα καλοκαίρι (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 165)

Ετυμολογία

ντάλα < (άμεσο δάνειο) τουρκική dal (σκέτο, γυμνό) + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →