ντάμπινγκ
•
- οικονομίαη εξαγωγή και πώληση προϊόντων σε τιμή χαμηλότερη (ή ακόμη και κάτω του κόστους) από ό,τι στην εγχώρια αγορά ή σε διεθνές επίπεδο με σκοπό την εκμηδένιση των ανταγωνιστών Βικιλεξικό
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει συγκεκριμένους Κανονισμούς σχετικά με τα Μέτρα Προστασίας του Εμπορίου τα οποία αφορούν την "άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων" καθώς και "μέτρα διασφάλισης".
- ιατρικήτα συμπτώματα (ναυτία, διάρροια, αίσθημα αδυναμίας) που παρουσιάζουν, λίγο μετά το φαγητό, άτομα που έχουν υποβληθεί σε γαστρεκτομή· οφείλονται συνήθως στην απότομη κένωση του στομάχου Βικιλεξικό
- η αντιγραφή κασέτας ή δίσκου με ήχο ή εικόνες Βικιλεξικό
- κινηματογράφοςη αντικατάσταση του ήχου, κυρίως των διαλόγων ώστε να γίνει μεταγλώττιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντάμπινγκ < (λόγιο δάνειο) αγγλική dumping
Άλλοι τύποι
ντάμπιγκ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →