ντάπια
•
- προμαχώνας Βικιλεξικό
- Εγώ ήμουν άγυπνος τόσες βραδιές νύχτα και ημέρα δουλεύαμεν και φκιάναμεν κάτι χαντάκια κι ' έφκιανα και τη ντάπια μου. Αποκοιμήθηκα. Κάνουν γιρούσι και μπαίνουν εις τη ντάπια μου την όξω (ότι την είχα μερασμένη σε δυο και είχα μίαν καμάρα οπού διάβαινα) (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη 1829-1851)
Ετυμολογία
ντάπια < (άμεσο δάνειο) τουρκική tabya με ηχηροποίηση [t]>[d] από τη συμπροφορά με το άρθρο στην αιτιατική την τάπια [tin tapia > tindapia] > tin dapia] < αραβική تعبئة (ta'bya)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντάπια | ντάπιες |
| Γενική | ντάπιας | — |
| Αιτιατική | ντάπια | ντάπιες |
| Κλητική | ντάπια | ντάπιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →