ντάρι ντάρι
•
- ταίρι - ταίρι, κατά ζεύγη, ζευγαρωτά Βικιλεξικό
- αναφέρεται ως ρυθμική επωδός σε ελληνικά δημοτικά τραγούδια κυρίως νησιώτικα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντάρι ντάρι : επαναληπτική παραφθορά του ταίρι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →