ντέρτι
•
- λαϊκότροποκαημός (ενίοτε ερωτικός), στενοχώρια, βάσανο Βικιλεξικό
- Άναψε το τσιγάρο, δώσ’ μου φωτιά, έχω μεγάλο ντέρτι μες στην καρδιά. (Στίχοι από το τραγούδι «Άναψε το τσιγάρο», σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη και μουσική Γεράσιμου Κλουβάτου)
- Το ένα και μοναδικό αναλλοίωτο στοιχείο που δεσπόζει στην πρώτη θέση των σύγχρονων ελληνικών τεχνών είναι το μπουζούκι. Αυτό το σύμβολο πόνου, κλάψας, ντερτιού, μαστούρας, καψούρας, ανδρισμού και Αλίκης Βουγιουκλάκη. (*)
Ετυμολογία
ντέρτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική dert < περσική درد (dard: πόνος, θλίψη, ασθένεια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντέρτι | ντέρτια |
| Γενική | ντερτιού | ντερτιών |
| Αιτιατική | ντέρτι | ντέρτια |
| Κλητική | ντέρτι | ντέρτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →