ντίβα
•
- διάσημη τραγουδίστρια της όπερας Βικιλεξικό
- διάσημη ηθοποιός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηόμορφη γυναίκα που συμπεριφέρεται σα σταρ, σα ντίβα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντίβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική diva < λατινική diva, θηλυκό του divus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντίβα | ντίβες |
| Γενική | ντίβας | — |
| Αιτιατική | ντίβα | ντίβες |
| Κλητική | ντίβα | ντίβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →