Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντίβα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διάσημη τραγουδίστρια της όπερας Βικιλεξικό
  2. διάσημη ηθοποιός Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηόμορφη γυναίκα που συμπεριφέρεται σα σταρ, σα ντίβα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντίβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική diva < λατινική diva, θηλυκό του divus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντίβαντίβες
Γενικήντίβας—
Αιτιατικήντίβαντίβες
Κλητικήντίβαντίβες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →