νταβάνι
•
- έντομοέντομο που τρέφεται από το αίμα μεγάλων θηλαστικών, η βοϊδόμυγα, αλογόμυγα Βικιλεξικό
- μορφές: τάβανος, ντάβανος
Ετυμολογία
νταβάνι < ταβάνι με ηχηροποίηση [t] > [d] : το έντομο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νταβάνι < ταβάνι < με προέλευση την λατινική tabanus. Επίσης μεσαιωνικό ντάβανος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταβάνι | νταβάνια |
| Γενική | νταβανιού | νταβανιών |
| Αιτιατική | νταβάνι | νταβάνια |
| Κλητική | νταβάνι | νταβάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →