Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νταβατζιλίκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ασχολία και οι πρακτικές του νταβατζή Βικιλεξικό
    • δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)
  2. οποιαδήποτε πρακτική μοιάζει να μιμείται στις κοινωνικές σχέσεις την ιδιότυπη σχέση "προστασίας" μεταξύ προαγωγού-προστάτη και πόρνης, η καλλιέργεια των πελατειακών σχέσεων εκ μέρους των ισχυρών προκειμένου αυτοί να εδραιώσουν τη θέση τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νταβατζιλίκι < νταβατζ(ής) + -ιλίκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνταβατζιλίκινταβατζιλίκια
Γενικήνταβατζιλικιούνταβατζιλικιών
Αιτιατικήνταβατζιλίκινταβατζιλίκια
Κλητικήνταβατζιλίκινταβατζιλίκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →