νταλίκα
•
- μέσο μεταφορώνμεγάλο φορτηγό με ρυμουλκούμενη καρότσα Βικιλεξικό
- μέσο μεταφορώνμηχανοκίνητο όχημα κατάλληλο για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νταλίκα < (άμεσο δάνειο) τουρκική talika (κάρο) (πλέον παρωχημένο) < ρωσική тележка (κάρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταλίκα | νταλίκες |
| Γενική | νταλίκας | νταλικών |
| Αιτιατική | νταλίκα | νταλίκες |
| Κλητική | νταλίκα | νταλίκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →