Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νταμαρίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με νταμάρι, με λατομείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νταμαρίσιος < νταμάρι + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνταμαρίσιοςνταμαρίσιανταμαρίσιο
Γενικήνταμαρίσιουνταμαρίσιαςνταμαρίσιου
Αιτιατικήνταμαρίσιονταμαρίσιανταμαρίσιο
Κλητικήνταμαρίσιενταμαρίσιανταμαρίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνταμαρίσιοινταμαρίσιεςνταμαρίσια
Γενικήνταμαρίσιωννταμαρίσιωννταμαρίσιων
Αιτιατικήνταμαρίσιουςνταμαρίσιεςνταμαρίσια
Κλητικήνταμαρίσιοινταμαρίσιεςνταμαρίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →