νταμπλ
•
- αθλητισμόςη κατάκτηση από μια (συνήθως) ποδοσφαιρική ομάδα δύο τίτλων, και του πρωταθλήματος και του κυπέλλου Βικιλεξικό
- Πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του νταμπλ της περιόδου 1958-59 (περιοδικό Ταχυδρόμος, τεύχη 2-6, 1993, σελ. 45)
- Είναι βέβαια και εκείνοι οι δυο, ο Πάκερτ και ο Σουμ, ο Ισραηλινός άκου τώρα τι έκαναν τα άτομα - έφεραν προπονητή από το Ισραήλ!), οι οποίοι κατάφεραν και πήραν το ντάμπλ κι έπειτα τους έδιωξαν. (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Tο γαμώτο ενός παναθηναϊκού, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- Οι Απρίλιοι ήταν οι πιο εκστατικοί μήνες του χρόνου: από τη μια τα ελληνικά νταμπλ, από την άλλη, τα ευρωπαϊκά φάιναλ φορ (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- διπλή νίκη / διάκριση Βικιλεξικό
- Το Ινστιτούτο «Άγιος Μάξιμος ο Γραικός» -μετωνυμικά, μην τα ξαναλέμε, η μονή Βατοπεδίου- είχε σχεδόν ανέλπιστα σημειώσει μια τέραστια κινηματογραφική επιτυχία με τον «Άνθρωπο του Θεού» της Γέλενα Πόποβιτς και τώρα ήταν έτοιμο για το «ντάμπλ σκορ», αυτή τη φορά στην τηλεόραση (Πέτρος Τατσόπουλος, Το παιδί του διαβόλου, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2024)
Ετυμολογία
νταμπλ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) αγγλική double (διπλός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →