Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νταντά

/daˈda/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαη παραμάνα Βικιλεξικό
    • Μου διηγιόταν πως όλο το πρωί καθότανε με τη νταντά στη βεράντα του ξενοδοχείου και περιμένανε τη γιαγιά, που πήγαινε να κάνει λασπόλουτρα και πασαλειβότανε λάσπη μέχρι τον λαιμό για να της περάσουν οι ρευματισμοί. (Άλκη Ζέη, Η μωβ ομπρέλα, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)
  2. το ξύλο στη φράση: Βικιλεξικό
    • θα σε κάνω νταντά : θα σε δείρω
  3. τέχνηοι καλλιτέχνες Dada, το καλλιτεχνικό κίνημα του ντανταϊσμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νταντά < (άμεσο δάνειο) τουρκική dadı < περσική دادا (dādā)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνταντάνταντάδες
Γενικήνταντάςνταντάδων
Αιτιατικήνταντάνταντάδες
Κλητικήνταντάνταντάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →