νταντά
•
- επάγγελμαη παραμάνα Βικιλεξικό
- Μου διηγιόταν πως όλο το πρωί καθότανε με τη νταντά στη βεράντα του ξενοδοχείου και περιμένανε τη γιαγιά, που πήγαινε να κάνει λασπόλουτρα και πασαλειβότανε λάσπη μέχρι τον λαιμό για να της περάσουν οι ρευματισμοί. (Άλκη Ζέη, Η μωβ ομπρέλα, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)
- το ξύλο στη φράση: Βικιλεξικό
- θα σε κάνω νταντά : θα σε δείρω
- τέχνηοι καλλιτέχνες Dada, το καλλιτεχνικό κίνημα του ντανταϊσμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νταντά < (άμεσο δάνειο) τουρκική dadı < περσική دادا (dādā)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταντά | νταντάδες |
| Γενική | νταντάς | νταντάδων |
| Αιτιατική | νταντά | νταντάδες |
| Κλητική | νταντά | νταντάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →