Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νταρί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το καλαμπόκι Βικιλεξικό
    • Επικρατεί ή συνήθεια ένα μερίδιο του σιτηρεσίου να αποτελήται από μίγματα τέτοιων σπόρων όπως, αραβοσίτου, σιταριού, κριθής, βρώμης και ασπρίτσας (νταριού). Το άλλο μερίδιο του σιτηρέσιου είναι το αλευρομίγμα (κοινώς, φύραμα, χαρμάνι) (Πρακτική διατροφή των ορνίθων, Δελτίον 12, Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, Τεχνική Διεύθυνσης, 1952, σελ. 27)

Ετυμολογία

νταρί < (άμεσο δάνειο) τουρκική darı

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνταρίνταριά
Γενικήνταριούνταριών
Αιτιατικήνταρίνταριά
Κλητικήνταρίνταριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ντάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το φυτό σόργο και κυρίως ο καρπός του ως ζωοτροφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντάρι < τουρκική darı < οθωμανική τουρκική داری

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →