νταϊλίκι
•
- άλλη γραφή του νταηλίκι Βικιλεξικό
- Νεαρός Καλιφορνέζος καταλήγει φιλοξενούμενος στο σπίτι των θείων του στο Οχάιο και έρχεται αντιμέτωπος με νταϊλίκι στο νέο του σχολείο, μέχρι που γίνονται αντιληπτές οι ικανότητές του στο ρόλερμπλεϊντ (* εφημερίδα Έθνος)
Ετυμολογία
νταϊλίκι < → δείτε τη λέξη νταηλίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταϊλίκι | νταϊλίκια |
| Γενική | νταϊλικιού | νταϊλικιών |
| Αιτιατική | νταϊλίκι | νταϊλίκια |
| Κλητική | νταϊλίκι | νταϊλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →