ντεβές
•
- θηλαστικό ζώοη καμήλα Βικιλεξικό
- μεταφορικάο ήρεμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντεβές < άμεσο δάνειο από την οθωμανική τουρκική دوه (deve, καμήλα), στα τουρκική γλώσσα deve
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντεβές | ντεβέδες |
| Γενική | ντεβέ | ντεβέδων |
| Αιτιατική | ντεβέ | ντεβέδες |
| Κλητική | ντεβέ | ντεβέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →