ντεθάς
•
- νεολογισμόςπου του αρέσει να ακούει ή να παίζει μουσική ντεθ μέταλ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντεθάς < ντεθ (αγγλική death) + -άς < αγγλική death metal
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντεθάς | ντεθάδες |
| Γενική | ντεθά | ντεθάδων |
| Αιτιατική | ντεθά | ντεθάδες |
| Κλητική | ντεθά | ντεθάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →