ντεκολτέ
•
- άνοιγμα σε ρούχο, συνήθως γυναικείο, που αφήνει να φαίνονται το κάτω μέρος του λαιμού και τμήμα του πάνω μέρους του στήθους Βικιλεξικό
- ένα αβυσσαλέο ντεκολτέ
- κατ’ επέκτασητο τμήμα του σώματος που φαίνεται από το άνοιγμα αυτό (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντεκολτέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική décolleté
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →