Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντελάλης

/deˈla.lis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που ανακοίνωνε φωνάζοντας τα μαντάτα, ο δημόσιος κήρυκας, ο διαλαλητής Βικιλεξικό
    • Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσαρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Η Αννιώ, 1923)

Ετυμολογία

ντελάλης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική دلال (dellal, δημώδης εκφορά: tellal) (τουρκική tellal) με ηχηροποίηση στα νέα ελληνικά με [t]>[d] από συμπροφορά [n] και [t] στην έκφραση στην αιτιατική (τον τελάλη) < αραβική دَلَّال (dallāl) : Ή από τη μεσαιωνική ελληνική μέσω του θηλυκού τύπου στη μορφή 'ντελάλισσα' (δείτε τελάλισσα) < οθωμανική τουρκική < αραβική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντελάληςντελάληδες
Γενικήντελάληντελάληδων
Αιτιατικήντελάληντελάληδες
Κλητικήντελάληντελάληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →