ντελβές
•
- το κατακάθι που μένει σε ένα φλιτζάνι ελληνικού (ή τούρκικου) καφέ Βικιλεξικό
- Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
ντελβές < (άμεσο δάνειο) τουρκική telve με ηχηροποίηση [t]>[d] από τη συμπροφορά της αιτιατικής: τον τελβέ [ton telve > tondelve > ton delve]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντελβές | ντελβέδες |
| Γενική | ντελβέ | ντελβέδων |
| Αιτιατική | ντελβέ | ντελβέδες |
| Κλητική | ντελβέ | ντελβέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →