ντελικάτος
•
- λεπτοκαμωμένος και χαριτωμένος, με λεπτούς και αβρούς τρόπους Βικιλεξικό
- Οι Μικρασιάτες χρησιμοποιούσαν λέξεις που χαρακτήριζαν τις γυναίκες ανάλογα με την εμφάνιση και τα χαρακτηριστικά του προσώπου. «Βερεμιάρα», «ζαμπούνισσα» ήταν η γυναίκα που έμοιαζε με πορσελάνη και «ντελικάτη» και «ζουριάρα» η φιλάσθενη., constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)
- ευαίσθητος (σωματικά και ψυχολογικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντελικάτος < μεσαιωνική ελληνική ντελικάτος < ιταλική delicato < λατινική delicatus < deliciae < delicio < de + lacio < πρωτοϊταλική *lakiō
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ντελικάτος | ντελικάτη | ντελικάτο |
| Γενική | ντελικάτου | ντελικάτης | ντελικάτου |
| Αιτιατική | ντελικάτο | ντελικάτη | ντελικάτο |
| Κλητική | ντελικάτε | ντελικάτη | ντελικάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ντελικάτοι | ντελικάτες | ντελικάτα |
| Γενική | ντελικάτων | ντελικάτων | ντελικάτων |
| Αιτιατική | ντελικάτους | ντελικάτες | ντελικάτα |
| Κλητική | ντελικάτοι | ντελικάτες | ντελικάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →