Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντελούλου

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςάτομο που ζει μέσα σε υπερβολικές φαντασιώσεις και συγχέει την επιθυμία με την πραγματικότητα, συνήθως πιστεύοντας σε εξωπραγματικές επιτυχίες ή σχέσεις Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςάτομο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη αυτογνωσίας και τρέφει αυταπάτες μεγαλείου ή εξιδανικευμένων σχέσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντελούλου < αγγλική delulu < delusional < delusion + -al < λατινική delusio < deludo < de + ludo

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ντελούλου

επίθετο
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με άτομο που χαρακτηρίζεται ντελούλου ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντελούλου < αγγλική delulu < delusional < delusion + -al < λατινική delusio < deludo < de + ludo

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →