ντεμαράζ
•
- αθλητισμόςη επιτάχυνση ενός δρομέα λίγο πριν από τον τερματισμό και η επακόλουθη προπόρευσή του από τους συναθλητές του Βικιλεξικό
- Στους αγώνες δρόμου το ντεμαράζ γίνεται συνήθως μετά το τελευταίο βιράζ.
- Ενώ βρισκόταν στην 5η θέση, έκανε ένα εκπληκτικό ντεμαράζ, ξεπέρασε τέσσερις αθλήτριες και κατέκτησε ανέλπιστα το χρυσό μετάλλιο!
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε ανάλογη προσπάθεια και προπόρευση Βικιλεξικό
- Ντεμαράζ ΠΑΟΚ με αναρρίχηση στη δεύτερη θέση (@efsyn, 1/2/2017)
Ετυμολογία
ντεμαράζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική démarrage (ξεκίνημα) < démarrer (ξεκινάω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →