ντεμπιτάντ
•
- σπάνιονεαρή γυναίκα που παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε επίσημο κοινωνικό περιβάλλον, ιδίως με σκοπό την ένταξή της στους κύκλους της λεγόμενης «υψηλής κοινωνίας» Βικιλεξικό
- σπάνιογυναίκα που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε καλλιτεχνικό ή επαγγελματικό χώρο —ιδίως στο θέατρο ή στον κινηματογράφο— ως πρωτοεμφανιζόμενη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντεμπιτάντ < γαλλική débutante < débutant < débuter < μέση γαλλική dé- + but < πρωτογερμανική *butą
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →