ντιβάνι
•
- χαμηλό κρεβάτι σαν καναπές, χωρίς κεφαλάρι Βικιλεξικό
- Πέντε χρόνια στο ντιβάνι (ενν. του ψυχαναλυτή) είναι αρκετά για να γνωρίσεις τα μυστικά, τα τεχνάσματα και τα κλισέ μιας θεραπευτικής διαδικασίας με μεγάλη απήχηση και αμφιλεγόμενη αποτελεσματικότητα. (Εφημερίδα Το Βήμα, 30.04.2012)
Ετυμολογία
ντιβάνι < μεσαιωνική ελληνική ντιβάνι(ν) / διβάνι / τιβάνι(ν) (η αίθουσα συνεδριάσεων της Τουρκικής κυβέρνησης) < τουρκική divan < περσική دیوان (divân) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική divan)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντιβάνι | ντιβάνια |
| Γενική | ντιβανιού | ντιβανιών |
| Αιτιατική | ντιβάνι | ντιβάνια |
| Κλητική | ντιβάνι | ντιβάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →