Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντιζελοκίνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η χρήση ντίζελ ως καυσίμου για την λειτουργία κάποιων μηχανών ή την κίνηση κάποιων οχημάτων Βικιλεξικό
    • Τι πρέπει να γνωρίζετε σχετικά με την ντιζελοκίνηση; (…) Εξαιτίας αυτών των διαφοροποιήσεων ισχύουν άλλα όρια ρύπων για τα ντιζελοκίνητα και τα βενζινοκίνητα οχήματα, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές Euro (σήμερα ισχύει το Euro 5 και από το 2014 το Euro 6). (www.tanea.gr, 08.07.2011)

Ετυμολογία

ντιζελοκίνηση < ντίζελ + -ο- + κίνηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντιζελοκίνησηντιζελοκινήσεις
Γενικήντιζελοκίνησηςντιζελοκινήσεων
Αιτιατικήντιζελοκίνησηντιζελοκινήσεις
Κλητικήντιζελοκίνησηντιζελοκινήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →