ντιν
•
- λέξη που αποδίδει τον (οξύ) ήχο καμπάνας ή κουδουνιού Βικιλεξικό
- Με το κουδούνι στο λαιμό εις τους γκρεμούς περπάτει· | ντιν ντιν κουδούνιζε κοντά εις το στερνό κρεβάτι.
Ετυμολογία
ντιν < ηχομιμητική λέξη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →